ψᾶρας

ψᾶρας
ψάρ
starling
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ψαράς — ο, θηλ. ψαρού, Ν [ψάρι (Ι)] 1. άτομο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με το ψάρεμα, αλιέας 2. ιχθυοπώλης 3. το θηλ. σύζυγος ψαρά 4. (σπάν.) ψαρότοπος …   Dictionary of Greek

  • ψαράς — ο 1. αυτός που πουλά ψάρια. 2. αυτός που του αρέσουν τα ψάρια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψαρᾶς — ψᾱρᾶς , ψαρός like a starling fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλιεία — Πλουτοπαραγωγικός πόρος μιας χώρας που προέρχεται από τη συλλογή και την εμπορία ψαριών. Δραστηριότητα του ανθρώπου που αποβλέπει στη θήρα ψαριών και άλλων ειδών που ζουν μέσα στα νερά. Η δραστηριότητα αυτή είναι πανάρχαια –μόνη προγενέστερή της… …   Dictionary of Greek

  • καλαμευτής — καλαμευτής, ὁ (Α) 1. θεριστής 2. ψαράς που ψαρεύει με καλαμίδι*. [ΕΤΥΜΟΛ. Με τη σημ. «θεριστής» η λ. προέρχεται από τον τ. καλάμη, ενώ με τη σημ. «ψαράς» από τη λ. κάλαμος] …   Dictionary of Greek

  • σαργολόγος — ο, Ν 1. λεπτό παραγάδι από μεσσηνέζα, κατάλληλο για την αλιεία σαργών 2. (για πρόσ.) α) ψαράς σαργών β) ψαράς φτωχός σε μέσα αλιείας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαργός + λόγος* (πρβλ. καρπο λόγος)] …   Dictionary of Greek

  • Φιλιππότης, Δημήτριος — (Πύργος, Τήνος 1839 – Αθήνα 1919). Έλληνας γλύπτης. Γεννημένος στο τηνιακό χωριό με τη μεγάλη παράδοση στη μαρμαρογλυπτική και στις τέχνες, βρέθηκε από μικρός σε περιβάλλον ευνοϊκό για το ταλέντο του. Ακολούθησε πρώτα τον πατέρα του, που ήταν… …   Dictionary of Greek

  • -άς — κατάληξη αρσενικών προσηγορικών ονομάτων. Χαρακτηρίζει πρόσωπα και χρησιμοποιείται συχνά στη νέα Ελληνική στον σχηματισμό επαγγελματικών ονομάτων ή άλλων δηλωτικών του ιδιοκτήτη, κατασκευαστή ή πωλητή κ.λπ. (πρβλ. γαλατάς, ζευγάς, καλαμαράς,… …   Dictionary of Greek

  • αγκωβόλος — ἀγκωβόλος, ο (Α) ψαράς …   Dictionary of Greek

  • αθίβολος — και ανθίβολος, ο, και ανθίβολο, το 1. είδος μικρού διχτυού, που ρίχνει ο ψαράς από τη στεριά (στην αρχαιότητα ονομαζόταν αμφίβολος και στα μεταγενέστερα χρόνια αμφιβολή και αμφίβληστρον). Συνών.: πεζόβολος, καβουροσύρτης, γκαγκάβα, δράγα 2. μτφ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”